Η συζήτηση γύρω από την τεχνολογική κυριαρχία της Ευρώπης έχει αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική τα τελευταία χρόνια, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού έχουν αναδείξει τις εξαρτήσεις της ηπείρου από τρίτες χώρες. Μέχρι σήμερα, όμως, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της συζήτησης επικεντρώνεται στο λογισμικό και στην ανάπτυξη ανοικτού κώδικα. Αν και η προσέγγιση αυτή είναι σημαντική, παραβλέπει έναν εξίσου κρίσιμο παράγοντα: το υλικό (hardware).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγνωρίσει ότι η εξάρτηση από ξένες τεχνολογίες μπορεί να περιορίσει την στρατηγική της αυτονομία. Στο πλαίσιο αυτό, η νέα δέσμη μέτρων για την τεχνολογική κυριαρχία και η συνοδευτική στρατηγική ανοικτού κώδικα προωθούν την ενίσχυση της ψηφιακής ανεξαρτησίας της Ευρώπης. Ωστόσο, η έμφαση παραμένει κυρίως στο λογισμικό, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τις υποδομές υλικού πάνω στις οποίες αυτό λειτουργεί.

Το ανοιχτό υλικό (open-source hardware) προσφέρει πολλά από τα πλεονεκτήματα του ανοικτού λογισμικού: διαφάνεια, δυνατότητα ελέγχου, προσαρμοστικότητα και συνεργατική ανάπτυξη. Η διαφορά είναι ότι στο επίπεδο του υλικού οι εξαρτήσεις είναι συχνά βαθύτερες και πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν. Ενώ ο πηγαίος κώδικας μπορεί να τροποποιηθεί ή να διανεμηθεί εύκολα, η κατασκευή ημιαγωγών, οι σχεδιαστικές πλατφόρμες, οι αρχιτεκτονικές επεξεργαστών και τα εργαλεία σχεδιασμού παραμένουν σε μεγάλο βαθμό υπό τον έλεγχο μη ευρωπαϊκών φορέων.
Η λύση δεν είναι απαραίτητα η πλήρης αναπαραγωγή της παγκόσμιας βιομηχανίας ημιαγωγών εντός της Ευρώπης, καθώς κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τεράστιους πόρους και πολυετή επένδυση. Αντίθετα, η Ευρώπη θα μπορούσε να εστιάσει στο άνοιγμα του σχεδιαστικού επιπέδου της τεχνολογίας. Με άλλα λόγια, να καταστήσει τη γνώση και τα εργαλεία σχεδιασμού κοινό αγαθό, μειώνοντας τα εμπόδια συμμετοχής και ενισχύοντας τις τεχνολογικές της δυνατότητες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αρχιτεκτονική RISC-V, ένα ανοικτό πρότυπο σχεδιασμού επεξεργαστών που επιτρέπει σε επιχειρήσεις, ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια να αναπτύσσουν δικά τους μικροτσίπ χωρίς την καταβολή δικαιωμάτων χρήσης. Παράλληλα, η ανάπτυξη ανοικτών εργαλείων ηλεκτρονικού σχεδιασμού (EDA) μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο ανεξάρτητου και ανταγωνιστικού οικοσυστήματος καινοτομίας.
Παρότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρεται σε πρωτοβουλίες όπως το RISC-V και αναγνωρίζει την ανάγκη ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης μέσω του Chips Act, δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει το ανοιχτό υλικό ως στρατηγική προτεραιότητα ισότιμη με το ανοικτό λογισμικό. Το γεγονός αυτό δημιουργεί κενά σε τομείς όπως η ρομποτική, οι τηλεπικοινωνίες, τα συστήματα edge computing και τα επιστημονικά όργανα, όπου η Ευρώπη διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία αλλά παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικές εξαρτήσεις.
Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα των δεξιοτήτων. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ήδη έλλειψη εξειδικευμένων επαγγελματιών στον σχεδιασμό ολοκληρωμένων κυκλωμάτων και στα εργαλεία ηλεκτρονικού σχεδιασμού. Παρότι κορυφαία πανεπιστήμια όπως το ETH Zürich και το TU Delft παράγουν υψηλού επιπέδου αποφοίτους, οι ανάγκες της ευρωπαϊκής βιομηχανίας αυξάνονται ταχύτερα από την προσφορά ανθρώπινου δυναμικού. Η ενίσχυση της εκπαίδευσης και της έρευνας στον τομέα του ανοικτού υλικού θα μπορούσε να αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για τη μελλοντική ανταγωνιστικότητα της ηπείρου.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να επεκτείνει την αρχή «Δημόσιο Χρήμα, Δημόσιος Κώδικας» και στον χώρο του υλικού. Σχέδια και τεχνολογίες που αναπτύσσονται με δημόσια χρηματοδότηση θα μπορούσαν να διατίθενται ανοικτά, επιτρέποντας σε ερευνητές, επιχειρήσεις και νεοφυείς εταιρείες να τα αξιοποιούν και να τα εξελίσσουν. Ένα ευρωπαϊκό αποθετήριο ανοικτού υλικού, αντίστοιχο με τις πλατφόρμες φιλοξενίας λογισμικού, θα ενίσχυε σημαντικά τη διάχυση της γνώσης και της καινοτομίας.
Η τεχνολογική κυριαρχία δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο λογισμικό. Ένα λειτουργικό σύστημα ανοικτού κώδικα που τρέχει πάνω σε ιδιόκτητο υλικό ελεγχόμενο από τρίτους παρέχει μόνο μερική ανεξαρτησία. Για να αποκτήσει η Ευρώπη πραγματική στρατηγική αυτονομία, απαιτείται μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που θα καλύπτει ολόκληρη την τεχνολογική αλυσίδα, από το λογισμικό έως το υλικό. Η ενσωμάτωση του ανοιχτού υλικού στον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αποφασιστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Πηγή άρθρου: https://www.techpolicy.press/
